EXODOS  00«Μισολόγγι: Χαρά της ιστορίας, Γη επαγγελμένη. Πάνε εκατό χρόνια κι ας πάνε. Η θύμηση άχρονη μπροστά σου θα γονατίζη».

,ΚΕΙΜΕΝΟ:Αντγος ε.α.Νικόλαος Κολόμβας, Επίτιμος Διοικητής Γ’ Σ. Στρατού, πτυχιούχος Νομικής Α.Π.Θ.

 Σ’ αυτούς τους λίγους αλλά τόσο μεστούς στίχους από το ποίημα του «Η Δόξα στο Μεσολόγγι», ο Μεσολογγίτης Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς έκλεισε όλο το μεγαλείο της Θρυλικής εποποιίας του Μεσολογγίου.

,Και τα μεν ανυπέρβλητα πολεμικά κατορθώματα των ανδρείων υπερασπιστών του εξήρθησαν ιδιαίτερα από τους ιστοριογράφους, υμνήθηκαν διθυραμβικά από τους ποιητές και χιλιοτραγουδήθηκαν από τη λαϊκή μούσα.

,Η τραγική όμως μοίρα των αμάχων, και ιδίως το παρατεταμένο και απερίγραπτο δράμα των γυναικοπαίδων, αν και δεν υπολείφτηκαν σε υπέρτατες θυσίες και δεν υστέρησαν σε απαράμιλλους ηρωισμούς, δεν δικαιώθηκε ανάλογα.

Προκειμένου να μας δοθεί η δυνατότητα να διεξέλθουμε, έστω σε αδρές γραμμές, το τεράστιο και ανεξάντλητο, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις ανεξιχνίαστο, θέμα της τύχης τους, θα περιοριστούμε σε περίληψη των εκτυλιχθέντων πολεμικών γεγονότων της τελευταίας πολιορκίας.

,(…) Οι άρρωστοι οι λαβωμένοι και οι γέροντες, μεταφέρονται σε ορισμένα γερά σπίτια και τους προμηθεύουν πολεμοφόδια και νερό. Ο προεστός γέρο-Καψάλης, γυρίζει στις γειτονιές και προσκαλεί όσους ήθελαν να συναχθούν στα Καψαλέϊκα, όπου ήταν η κύρια μπαρουταποθήκη. Συμπληρώνει ο Κοσομούλης :
« Έβλεπες έναν αγώνα προετοιμασίας γινόμενον με τόσην αταραξίαν και με γέλια, ώστε ούτε ο έσχατος άνθρωπος δεν εσυλλογίζετο πως έμελλε τάχα να μη σωθή. Και έτρεχαν εις τους δρόμους, άλλοι εδώθεν άλλοι εκείθεν, με τα φανάρια ωσάν τες μέρες των αγρυπνιών της Μεγάλης Εβδομάδος…»

,
Μία συγκλονιστική σκηνή, ανάμεσα στις τόσες που διαδραματίστηκαν, δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Les femmes Grecques aux dames Francaises», Παρίσι 1826, για μια τιμημένη Μεσολογγιτοπούλα, την αρραβωνιαστικά του Εύδοξου Ζα
μη, κατά την ώρα του αποχωρισμού από τον γέροντα πατέρα της:
«…Όταν τον είδα να με φιλή και να φεύγη προς τις συνοικίες που τις είχαν υπονομεύσει, έτρεξα και κρεμάστηκαν απ’ το λαιμό του…Μάταια ο αδελφός μου και ο Εύδοξος πολέμαγαν να με ξεκολλήσουν από πάνω του. Τότε, ο πατέρας έβαλε το χέρι μου μέσα στο χέρι του αρραβωνιαστικού μου, μας ευλόγησε, μας φίλησε ύστερα και τους τρείς και χωρίς να πει λέξη, χάθηκε μέσα στο καραβάνι των γερόντων, που τη στιγμή εκείνη πέρναγε από κει δα…»

,
Αρκετοί άρρωστοι και πληγωμένοι αυτοκτονούν. Ο Γεράσιμος Τζόρνας φράζει με το κορμί του την μπούκα του κανονιού του, την περίφημη «Κοψαχείλα» και την πυροδοτεί. Το ίδιο κάνει και ο Μεσολογγίτης πυροβολητής Γιώργος Ρισάνος πάνω στη ντάπια του. Ο Θανάσης Χινόπωρος σκοτώνει την μνηστή του και ο Θεόδωρος Πετροφίλης την νέα γυναίκα του και αμέσως μετά αυτοκτονούν ανήμποροι να ακολουθήσουν τους εξερχομένους.

,
Στιγμές άφθαστου Εθνικού μεγαλείου ξετυλίγονται. Η παράδοση στον άπιστο ήταν το μεγαλύτερο αμάρτημα και όπως ψάλλει ο Σολωμός :

«Δεν κλαίγαν για το σκοτωμό 
που θε να σκοτωνόνταν 
μον κλαίγαν για το σκλαβωμό 
που θε να σκλαβωνόνταν»

,
Στο τέλος, μεταλαβαίνουν όλοι των αχράντων μυστηρίων και ανταλλάσσουν ασπασμούς αγάπης, λέγοντας «Καλή αντάμωση στον άλλονε Κόσμο». Και κάποτε έρχεται η μοιραία ώρα «όπου την τρέμει ο λογισμός».

Διαβάστε ολόκληρο το συγκλονιστικό άρθρο στο : www.e-istoria.com 

ΠΗΓΗ : http://antexoume.wordpress.com/

   
© evinochori-kalidona.gr